The Doors

The Doors

Οι The Doors δημιουργήθηκαν το 1965 και το όνομά τους προέρχεται από το μυθιστόρημα “Οι Πύλες της Ενόρασης” του Άλντους Χάξλεϋ.

Οι The Doors κυκλοφόρησαν 6 στούντιο δίσκους μέχρι το 1971, όταν ο τραγουδιστής τους Τζιμ Μόρισον βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παρίσι.

Βιογραφία

Στις 8 Ιουλίου του 1965, ο Ρέι Μανζάρεκ συνάντησε τον συμφοιτητή του, Τζιμ Μόρισον, στην παραλία του Βένις στο Λος Άντζελες, με τον δεύτερο να μετακομίζει στο μικρό διαμέρισμα που διέμενε ο Μανζάρεκ με την κοπέλα του, Ντόροθι, την επομένη. Λίγες μέρες αργότερα, ο Μανζάρεκ συνέστησε τον Μόρισον στο συγκρότημα του, τους Rick and The Ravens και τον επόμενο μήνα, εντάχθηκε σε αυτούς και ο ντράμερ Τζον Ντένσμορ των Psychedelic Rangers, γνωρίζοντας στους υπόλοιπους μουσικούς τον κιθαρίστα φίλο του Ρόμπι Κρίγκερ.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1965, οι Rick and The Ravens μπαίνουν στα “World Pacific Jazz Studios”, με τα μέλη που θα αποτελούσαν τους Doors, χωρίς τον Κρίγκερ, να ηχογραφούν ένα ντέμο το οποίο περιείχε τα κομμάτια “Moonlight Drive”, “Hello, I Love You”, “Summers Almost Gone”, “My Eyes Have Seen You”, “End of The Night” και “Go Insane (A Little Game)”. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Ρόμπι Κρίγκερ έγινε και επίσημα μέλος του συγκροτήματος και ένα μήνα αργότερα υπογράφουν προ-συμβόλαιο με την “Columbia Records”.

Στα τέλη του 1965, έδωσαν τις πρώτες τους συναυλίες σε πάρτι κολεγίων και γάμους παίζοντας διασκευές σε τραγούδια όπως το “Gloria” και το “Louie, Louie”, περιλαμβάνοντας και κάποια δικά τους κομμάτια κατά διαστήματα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς και ενώ έκαναν οντισιόν για μπασίστα, ο Μανζάρεκ χρησιμοποίησε ένα “Fender Rhodes piano bass organ” καλύπτοντας τα μέρη του μπάσου, με την “Columbia” να πληρώνει τα έξοδα για την αγορά του οργάνου. Από εκεί και έπειτα, εκτός από τα πλήκτρα ο Μανζάρεκ ανέλαβε και το μπάσο.

Στα τέλη Φεβρουαρίου εμφανίστηκαν ζωντανά στο κλαμπ “London Fog”, συνεχίζοντας τον Μάρτιο για έξι ημέρες κάθε εβδομάδα. Κατά τις εμφανίσεις τους στο συγκεκριμένο κλαμπ, ο Μόρισον γνώρισε την Πάμελα Κούρσον, σύντροφο του κατά την υπόλοιπη ζωή του.

Στα τέλη Απριλίου, η “Columbia” απέρριψε τους Doors θεωρώντας ότι δεν είχαν μέλλον. Λίγες ημέρες αργότερα, ηχογράφησαν τη μουσική για μία εκπαιδευτική ταινία της εταιρείας αυτοκινήτων Ford, ενώ έδωσαν την τελευταία τους συναυλία στο “London Fog” στις 7 Μαΐου. 16 ημέρες αργότερα, εμφανίστηκαν ζωντανά στο “Whisky A Go Go” παραμένοντας εκεί για τρεις μήνες. Τις πρώτες βραδιές άνοιγαν τις εμφανίσεις των Captain Beefheart και Buffalo Springfield, με τον πρόεδρο της “Elektra Records”, Τζακ Χόλτζμαν, να παρακολουθεί το συγκρότημα για πέντε συνεχόμενες συναυλίες, μετά από τις οποίες αποφάσισε να τους προτείνει συμβόλαιο συνεργασίας, κάτι που έγινε αργότερα μέσα στη χρονιά.

Στο διάστημα που εμφανιζόταν στο “Whisky A Go Go” οι Doors έπαιξαν μαζί με διάσημα συγκροτήματα όπως οι Love, οι Them, ο Τζιν Κλαρκ, οι Turtles, οι Chambers Brothers, κ.α.. Στα μέσα Αυγούστου, ο μουσικός παραγωγός Πολ Ρόθτσιλντ μαζί με τον Χόλτζμαν πρότειναν συμβόλαιο στο συγκρότημα, το οποίο υπέγραψε για επτά δίσκους κατά την επίσκεψη του στη Νέα Υόρκη, το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς.

Η εμφάνιση των Doors στο “Whisky A Go Go” μετά από την οποία απολύθηκαν από το χώρο λόγω “αισχροτήτων” πραγματοποιήθηκε στις 18 Αυγούστου 1966. Χαρακτηριστικά, ο Μόρισον δεν εμφανίστηκε μαζί με το συγκρότημα και οι ιδιοκτήτες απαίτησαν από τα υπόλοιπα μέλη να τον βρουν. Εκείνος βρισκόταν στο ξενοδοχείο “Alta Cienega” έχοντας κάνει έντονη χρήση LSD και όντας ανήμπορος να σταθεί όρθιος. Οι υπόλοιποι τον έντυσαν, οδηγώντας τον στο κλαμπ και παρακαλώντας απλά να βρίσκεται στη σκηνή. Προς το τέλος του σετ, τους ζήτησε να παίξουν το τραγούδι “The End”, του οποίου οι στίχοι που αναφέρονται στις σχέσεις του Οιδίποδα με τους γονείς του προκάλεσαν αποστροφή στο κοινό, με τον ιδιοκτήτη Φιλ Τανζίνι να διώχνει κακήν κακώς το συγκρότημα, με τις υποχρεώσεις τους να λήγουν τρεις ημέρες αργότερα.

Κατά την εβδομάδα από τις 24 μέχρι τις 31 Αυγούστου 1966, οι Doors ηχογράφησαν τον πρώτο τους δίσκο στα “Sunset Sound Recording Studios” σε παραγωγή του Πολ Ρόθτσιλντ, ενώ προσέλαβαν τον Λάρι Νέτσελ για τα μέρη του μπάσου.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα η πρώτη φωτογράφηση των Doors στο Βένις, ενώ μέσα στον Οκτώβριο βρέθηκαν και πάλι στο στούντιο για τη μίξη του δίσκου τους. Στις 31 Οκτωβρίου, τη βραδιά του Χάλοουϊν, το συγκρότημα μετέβη στη Νέα Υόρκη παίζοντας ολόκληρο το Νοέμβριο στη ντίσκο “Ondine” του Μανχάταν. Στις 15 Νοεμβρίου υπέγραψαν το προαναφερθέν συμβόλαιο με την “Elektra” και συμφώνησαν να κυκλοφορήσουν το τραγούδι “Break On Through” σαν το πρώτο τους σινγκλ, ενώ μερικές ημέρες αργότερα έλαβε χώρα η φωτογράφηση για το άλμπουμ στα στούντιο της “Elektra”, πριν το συγκρότημα επιστρέψει στο Λος Άντζελες.

The Doors και Strange Days

Την πρωτοχρονιά του 1967, οι Doors πραγματοποίησαν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση στο “Channel 5” του “KTLA” παίζοντας το πρώτο τους σινγκλ, “Break on Through”, το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια ημέρα γνωρίζοντας μικρή επιτυχία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το άλμπουμ “The Doors” κυκλοφόρησε τρεις ημέρες αργότερα στις 4 Ιανουαρίου σκαρφαλώνοντας στη δεύτερη θέση των αμερικάνικων τσαρτ, και έχει βραβευθεί ως τετραπλά πλατινένιο στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι Doors έπαιξαν για πέντε συνεχόμενα σαββατοκύριακα στο “Fillmore Auditorium” του Σαν Φρανσίσκο, μπροστά σε κοινό που έφθασε μέχρι και τους 20.000 θεατές. Στα μέσα Φεβρουαρίου έπαιξαν στο “Whisky a Go-Go” του Σαν Φρανσίσκο, ένα διαφορετικό κλαμπ σε σχέση με το ομώνυμο του Λος Άντζελες, αφού στο σόου συμπεριλαμβάνονταν ημίγυμνες χορεύτριες μέσα σε κλουβιά! Δύο μήνες αργότερα ξεκίνησαν να παίζουν σε μεγαλύτερους χώρους, παίζοντας για δύο βράδια μαζί με τους Jefferson Airplane στην προβλήτα της Σάντα Μόνικα στην παραλία του Βένις. Εκείνο το διάστημα κυκλοφόρησε το δεύτερο τους σινγκλ, “Light My Fire”, το οποίο για ραδιοφωνικούς λόγους συντομεύθηκε από τα επτά στα τρία λεπτά, ανεβαίνοντας στην κορυφή των τσαρτ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις αρχές Μαΐου του 1967, το συγκρότημα επέστρεψε στα “Sunset Sound Studios” για την ηχογράφηση του δεύτερου τους άλμπουμ σε παραγωγή και πάλι του Πολ Ρόθτσιλντ, επιστρέφοντας στη συνέχεια για πέντε ημέρες στο “Whisky a Go-Go” του Λος Άντζελες. Στην πρώτη εμφάνιση των Doors σαν πρώτο όνομα στο “Fillmore Auditorium”, ο Μόρισον εμφανίστηκε και πάλι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών εκνευρίζοντας τον παραγωγό Μπιλ Γκράχαμ, με τον οποίο λογομάχησαν, ενώ κατά την εμφάνιση του συγκροτήματος κουνούσε το καλώδιο του μικροφώνου σαν λάσο. Όταν ο Γκράχαμ επιχείρησε να του μιλήσει, εκείνος τον χτύπησε με το καλώδιο, με αποτέλεσμα μετά το τέλος της συναυλίας να εμφανιστεί στα καμαρίνια του συγκροτήματος βρίζοντας τον Μόρισον ο οποίος του υπόσχονταν ότι θα ήταν πιο προσεκτικός σε μελλοντικές παραστάσεις.

Εκείνο το διάστημα προσέλαβαν δύο νέους μάνατζερ, τον Άσερ Νταν και τον Σαλ Μποναφέντ, όπως και τον ατζέντη Τοντ Σίφμαν. Στις 11 Ιουνίου έπαιξαν στο “Village Theater” της Νέας Υόρκης, παραμένοντας εκεί μέχρι τις 1 Ιουλίου. Οι ζωντανές τους εμφανίσεις συνεχίστηκαν στο Λος Άντζελες με συγκροτήματα όπως οι Iron Butterfly, οι Coasters, οι Standells, οι Chocolate Watch Band, οι Canned Heat, οι Country Joe and the Fish, κ.α.. Στις 22 Ιουλίου, εμφανίστηκαν στην εκπομπή “American Bandstand” του Ντικ Κλαρκ, αποκαλύπτοντας ότι ο τίτλος του νέου τους άλμπουμ θα είναι “Strange Days”, ενώ τις επόμενες ημέρες πραγματοποίησαν εμφανίσεις στο Σιάτλ, το Πόρτλαντ και τη Νέα Υόρκη.

Στις 21 Αυγούστου 1967 επέστρεψαν και πάλι στο στούντιο με την “Elektra” να τους δίνει 500.000 δολάρια σαν προκαταβολή. Στη συνέχεια επισκέφθηκαν το Λας Βέγκας, το Νιού Τζέρσεϊ και το Φορτ Γουόρθ του Τέξας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε το τρίτο τους σινγκλ, “People Are Strange”, το οποίο έφθασε στο # 6 στον Καναδά και το # 12 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα του μήνα το συγκρότημα επισκέφθηκε το Κλίβελαντ παίζοντας μπροστά σε μόλις 700 άτομα, ενώ εμφανίστηκαν και στην εκπομπή του Εντ Σάλιβαν στα στούντιο του “CBS”, παίζοντας το “Light My Fire”. Ενώ βρισκόταν στα παρασκήνια τους ζητήθηκε να αλλάξουν τη λέξη “higher” και αυτοί συμφώνησαν, αλλά κατά την εκτέλεση του κομματιού η αρχική μορφή του κομματιού δεν διαφοροποιήθηκε με αποτέλεσμα να μην τους καλέσουν ξανά στην εκπομπή.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1967 κυκλοφόρησε το “Strange Days” φτάνοντας στο # 3 του Billboard ένα μήνα αργότερα, ενώ το δεύτερο σινγκλ του δίσκου, “Love Me Two Times”, ανέβηκε στο Top-30. Το εξώφυλλο του δίσκου είναι δημιουργία του Ουίλιαμ Χάρβεϊ και φωτογραφία του Τζόελ Μπρόντσκι από μία γειτονιά της Νέας Υόρκης.

Οι Doors έπαιξαν για δύο βράδια στο Ντένβερ, συνεχίζοντας για πέντε εμφανίσεις στη “Steve Paul’s Scene” της Νέας Υόρκης. ενώ τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο περιόδευσαν με μεγάλη επιτυχία σε όλη τη χώρα. Στις 1 Δεκεμβρίου, εμφανίστηκαν στο “Cal State Long Beach Men’s Gym” του Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνια κερδίζοντας 10.000 δολάρια, το μεγαλύτερο ποσό που είχαν κερδίσει από μία εμφάνιση, μέχρι τότε. Μία εβδομάδα αργότερα και ενώ οι Doors ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν στη “New Haven Arena” του Κονέκτικατ, ένας αστυνομικός χτύπησε τον Μόρισον ενώ αυτός βρισκόταν με μία οπαδό του συγκροτήματος στα παρασκήνια. Κατά το τελευταίο κομμάτι της εμφάνισης τους με τίτλο “Back Door Man”, ο Μόρισον περιέγραψε το επεισόδιο στο κοινό κάνοντας σαρκαστικά σχόλια για τους αστυνομικούς που είχαν κυκλώσει τη σκηνή. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο τραγουδιστής συνελήφθη με βίαιο τρόπο με τους οπαδούς τους να διαμαρτύρονται με αποτέλεσμα να γίνουν αρκετές συλλήψεις. Οι κατηγορίες εναντίον του Μόρισον ήταν διατάραξη κοινής ησυχίας, αντίσταση κατά της αρχής και ανήθικη επίδειξη. Ογδόντα οπαδοί των Doors διαμαρτύρονταν έξω από το αστυνομικό τμήμα και τελικά ο Μόρισον αφέθηκε ελεύθερος στις δύο τα μεσάνυχτα με εγγύηση 1.500 δολαρίων.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1967, ο Ρέι Μανζάρεκ παντρεύτηκε τη φίλη του Ντόροθι στο “City Hall” του Λος Άντζελες, ενώ το συγκρότημα έκλεισε τη χρονιά με τρεις εμφανίσεις στο “The Family Dog” του Ντένβερ.

Waiting for the Sun

Την δεύτερη ημέρα του 1968, πραγματοποιήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης από την συναυλία του συγκροτήματος στο Κονέκτικατ, με τον Μόρισον να αθωώνεται. Στα τέλη Ιανουαρίου, ο τραγουδιστής των Doors συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά, έξω από το κλαμπ “The Pussy Cat A Go Go” του Λας Βέγκας, ενώ η “Universal” προσέφερε μισό εκατομμύριο δολάρια στο συγκρότημα για να εμφανιστούν σε ταινία της, αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν αφήνοντας όμως την πρόταση ανοιχτή για το μέλλον. Στις 17 Φεβρουαρίου και ενώ το συγκρότημα ετοιμαζόταν να εμφανιστεί στο “Veterans Memorial Coliseum” του Φοίνιξ, το κοινό αναγκάστηκε να εκκενώσει το χώρο λόγω απειλής για βόμβα, κάτι που αποδείχτηκε αναληθές με το συγκρότημα να παίζει τελικά με τους The Sunshine Company και τους Hamilton Street Car να ανοίγουν την εμφάνιση τους.

Στις 19 Φεβρουαρίου και 20 Φεβρουαρίου 1968 επισκέφθηκαν τα “T.T.G. Recording Studios” στο Χόλιγουντ ξεκινώντας τις ηχογραφήσεις για το τρίτο τους άλμπουμ, οι οποίες συνεχίστηκαν στις αρχές Μαρτίου. Παρ’ όλη την τελειομανία του Ρόθτσιλντ, ο Μόρισον παρουσίασε σημάδια ψυχολογικής κόπωσης όντας μεθυσμένος σε σχεδόν μόνιμη βάση. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι για το τραγούδι “The Unknown Soldier” χρειάστηκαν πάνω από 130 προσπάθειες για να πετύχουν τα απαιτούμενα στάνταρ. Ο Τζον Ντένσμορ παραιτήθηκε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, επιστρέφοντας τελικά την επόμενη ημέρα. Το προαναφερθέν κομμάτι αποτέλεσε και το πρώτο σινγκλ του δίσκου, σκαρφαλώνοντας στο # 39 των τσαρτ της πατρίδας τους, ενώ ο δίσκος δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μόρισον βρισκόταν στο “Steve Paul’s Scene” στη Νέα Υόρκη όντας μεθυσμένος, με τον Τζίμι Χέντριξ να παίζει κιθάρα. Ο τραγουδιστής ανέβηκε στη σκηνή τη στιγμή που ο Χέντριξ έπαιζε ένα μπλουζ κομμάτι, τραγουδώντας παράξενους και υβριστικούς στίχους. Στη συνέχεια κατέρρευσε στο πάτωμα και βγαίνοντας από το κλαμπ έριξε ένα τραπέζι γεμάτο ποτήρια πάνω στην Τζάνις Τζόπλιν που βρισκόταν στο κοινό.

Μέσα στο μήνα, οι Doors εμφανίστηκαν σαν πρώτο όνομα στο φεστιβάλ του Fillmore East παίζοντας για πρώτη φορά ζωντανά την πλήρη εκδοχή του τραγουδιού “The Celebration of The Lizard”. Τις επόμενες ημέρες, ξεκίνησαν την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ με τίτλο “Feast of Friends”, του οποίου τα γυρίσματα διήρκεσαν μέχρι τα τέλη Αυγούστου, με το συγκρότημα να ξοδεύει είκοσι χιλιάδες δολάρια σε εξοπλισμό και μισθοδοσία, ενώ η συναυλία τους στη Σάντα Ρόζα της Καλιφόρνια στις 13 Απριλίου ήταν η πρώτη η οποία βιντεοσκοπήθηκε.

Οι Doors ζήτησαν από την “Elektra” να προσλάβουν τη δική τους ομάδα μάνατζμεντ, με μάνατζερ τον 19χρονο Μπιλ Σίντονς, τεχνικό τον Βινς Τρίνορ και υπεύθυνο τύπου τον Λίον Μπέρναρντ. Επίσης, άνοιξαν το δικό τους γραφείο στην οδό 8512 Santa Monica Boulevard στο δυτικό Χόλιγουντ.

Στα μέσα Μαΐου επέστρεψαν στο στούντιο, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ο Μόρισον εμφανίστηκε στο “Northern California Folk-Rock Festival” έχοντας κόψει τα μαλλιά του. Ένα ακόμη επεισοδιακό γεγονός έλαβε χώρα κατά την εμφάνιση του συγκροτήματος στο “Hi-Corbett Field Baseball Stadium” της Τουσόν στις 24 Μαΐου. Μετά από δύο τραγούδια, ο Μόρισον κάλεσε το κοινό από την πρώτη σειρά να ανέβει για να καπνίσουν τσιγάρο στη σκηνή, η οποία γέμισε μετά από λίγο με αναμμένα τσιγάρα. Επίσης, ενώ το συγκρότημα έπαιζε το “Break On Through” το ρεύμα χάθηκε και το στάδιο έμεινε στο σκοτάδι, ενώ κατά το κλείσιμο της εμφάνισης τους με το “Light My Fire”, ο τραγουδιστής κάλεσε και πάλι τον κόσμο να ανέβει στη σκηνή, με την αστυνομία να δημιουργεί φράγμα. Το κοινό τελικά πέρασε τον αστυνομικό κλοιό, αλλά ο Μόρισον ολοκλήρωσε τη συναυλία ανάμεσα σε αστυνομικούς οι οποίοι βρίσκονταν στη σκηνή.

Τον Ιούνιο του 1968, κυκλοφόρησε το σινγκλ “Hello, I Love You” το οποίο έγινε το δεύτερο και τελευταίο # 1 των Doors στην πατρίδα τους το οποίο έγινε και χρυσό, ενώ έφθασε στην κορυφή των τσαρτ και στον Καναδά. Ένα μήνα αργότερα, στις 5 Ιουλίου, πραγματοποίησαν μία από τις σημαντικότερες εμφανίσεις της χρονιάς, στο “Hollywood Bowl” του Λος Άντζελες μπροστά σε 18.000 θεατές και έχοντας κατακτήσει την κορυφή του Billboard. Οι Steppenwolf άνοιξαν τη συναυλία, με τους Chambers Brothers να ακολουθούν, αλλά ο Μόρισον έδωσε μία από τις σοβαρότερες παραστάσεις του, αφήνοντας απογοητευμένο το κοινό.

Στα μέσα του μήνα κυκλοφόρησε ο τρίτος τους δίσκος με τίτλο “Waiting for the Sun”, ανεβαίνοντας στην κορυφή των αμερικάνικων αλλά και των γαλλικών τσαρτ. Στις 2 Αυγούστου εμφανίστηκαν στο “The Singer Bowl” της Νέας Υόρκης με τους The Who σαν support συγκρότημα και τους οπαδούς του συγκροτήματος να γεμίζουν τη σκηνή κατά τη διάρκεια του “The End”, καταστρέφοντας τον εξοπλισμό τους.

Στη συνέχεια μετέβησαν στην Ευρώπη, παίζοντας το τελευταίο τους σινγκλ στην εκπομπή “Top of the Pops” του τηλεοπτικού δικτύου “BBC” στις 5 Σεπτεμβρίου. Τις επόμενες ημέρες έδωσαν δύο συναυλίες στο Λονδίνο μαζί με τους Jefferson Airplane, έδωσαν μία συνέντευξη τύπου και εμφανίστηκαν στην εκπομπή “4-3-2-1 Hot & Sweet” για τη γερμανική τηλεόραση. Μέχρι το τέλος της πρώτης τους ευρωπαϊκής περιοδείας, έπαιξαν κατά σειρά στην Φρανκφούρτη, το Άμστερνταμ, την Κοπενχάγη και την Στοκχόλμη. Το συγκρότημα επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες με την εξαίρεση του Μόρισον και της Πάμελα Κούρσον, οι οποίοι παρέμειναν μέχρι τις 20 Οκτωβρίου, διάστημα στο οποίο γνώρισαν τους Beatles στα στούντιο του “Abbey Road”.

The Soft Parade

Μετά την επιστροφή στην έδρα τους, ξεκίνησαν τις πρόβες για το επόμενο άλμπουμ τους και στις αρχές Νοεμβρίου περιόδευσαν στις μεσοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την περιοδεία, μπήκαν στα ολοκαίνουρια στούντιο της “Elektra” για τις ηχογραφήσεις του νέου τους δίσκου, θεωρώντας ότι δεν θα πλήρωναν για το χρόνο τους στο στούντιο αλλά ο πρόεδρος της εταιρείας, Τζακ Χόλτζμαν, τους έκανε έκπτωση μόλις 10%. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο κιθαρίστας των Beatles, Τζωρτζ Χάρισον εμφανίστηκε στο στούντιο αναφέροντας ότι το συγκρότημα του θα κυκλοφορούσε ένα δίσκο σε συνεργασία με ορχήστρα, εννοώντας το “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band”.

Στις 4 Δεκεμβρίου, εμφανίστηκαν στην εκπομπή “Smothers Brothers Comedy Hour” του “CBS” παίζοντας τα τραγούδια “Touch Me” και “Wild Child” με τη συνοδεία ορχήστρας και την προβολή να γίνεται παναμερικανικά έντεκα ημέρες αργότερα με 27,1 εκατομμύρια τηλεθεατές. Η τελευταία συναυλία της χρονιάς, πραγματοποιήθηκε στο “Forum” του Λος Άντζελες μπροστά σε 18.000 οπαδούς του συγκροτήματος σε μία σκηνή με 32 ενισχυτές.

Στα τέλη της χρονιάς κυκλοφόρησαν το σινγκλ “Touch Me”, ανεβαίνοντας στο # 3 στην πατρίδα τους αλλά και το # 1 στον Καναδά.

Το 1969 ξεκίνησε με μία εμφάνιση στο “Madison Square Garden” της Νέας Υόρκης μπροστά σε 20.000 θεατές, με τη σύνθεση του συγκροτήματος να συμπληρώνει ο μπασίστας Χάρβεϊ Μπρουκς και μία μικρή ορχήστρα. Για τη συγκεκριμένη συναυλία το συγκρότημα κέρδισε 50.000 δολάρια, όντας ένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα σχήματα της εποχής. Την επόμενη ημέρα, ο Μόρισον γνώρισε τη δημοσιογράφο Πατρίσια Κένιλι του περιοδικού “Jazz and Pop” και γοητεύτηκε από τις γνώσεις και την προσωπικότητα της.

Την πρώτη Φεβρουαρίου, κυκλοφόρησε το δεύτερο σινγκλ από το νέο τους άλμπουμ, με τίτλο “Wishful Sinful” φθάνοντας στο # 44 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το # 3 στη Δανία. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μόρισον συνελήφθη για άλλη μια φορά λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ.

Το συγκρότημα επέστρεψε στο στούντιο για να ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του νέου δίσκου. Στις 1 Μαρτίου, εμφανίστηκαν στο “Dinner Key Auditorium” του Μαϊάμι, ένα χώρο σχεδιασμένο για 7.000 θεατές στον οποίο οι διοργανωτές έβαλαν ένα κοινό του ύψους των 12.000, με άλλες 2.000 οπαδούς να βρίσκονται έξω από το χώρο προσπαθώντας να εισέλθουν. Ο Μόρισον παρουσιάστηκε στη σκηνή μεθυσμένος, δίνοντας ένα ιδιαίτερα προκλητικό σόου, γεγονός που δημοσιοποιήθηκε σε όλη τη χώρα. Οι υπόλοιπες εμφανίσεις της περιοδείας που ήταν προγραμματισμένες μέσα στο Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1969 αναβλήθηκαν από τις αρχές των πόλεων στις οποίες θα εμφανιζόταν το συγκρότημα, με τη δικαιολογία ότι “δεν ήθελαν ροκ συγκροτήματα αμφιβόλου επιπέδου να παίζουν στις πόλεις τους”.

Στις 6 Ιουνίου 1969 πραγματοποιήθηκε η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας “Feast of Friends”, ενώ μία βδομάδα αργότερα έπαιξαν για πρώτη φορά ζωντανά μετά από τρεις μήνες, στο “Auditorium Theater” του Σικάγο, με την περιοδεία να κάνει μία στάση για το φεστιβάλ “Atlanta International Film Festival”. Στα τέλη του μήνα επισκέφθηκαν για πρώτη φορά το Μεξικό παίζοντας στο “Forum” της Πόλης του Μεξικού.

Τον Ιούλιο του 1969 κυκλοφόρησε ο δίσκος “The Soft Parade”, ο οποίος έφθασε στο # 6 του Billboard και έχει γίνει πλατινένιος στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Οι εμφανίσεις τους στο “Aquarius Theater” στις 21 και 22 Ιουλίου ηχογραφήθηκαν, ως μέρος της μετέπειτα κυκλοφορίας “Absolutely Live” και στη συνέχεια οι Doors εμφανίστηκαν στον Καναδά και τις ανατολικές ΗΠΑ. Στις 11 Νοεμβρίου 1969 ο Μόρισον και ο φίλος του, Τομ Μπέικερ, αποφάσισαν να παραστούν στην εμφάνιση των Rolling Stones στο Φοίνιξ, αλλά αφού επιβιβάστηκαν στην πτήση 172 προκαλούσαν το προσωπικό, πετώντας αντικείμενα κατά αυτών και ζητώντας συνεχώς να τους σερβίρουν αλκοόλ, κάτι που τους απαγορεύθηκε λίγο αργότερα αφού ήταν μεθυσμένοι. Κατά την αποβίβαση τους από το αεροπλάνο, τους συνέλαβε η τοπική αστυνομία και το FBI. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκαν στον τοπικό δικαστή και δήλωσαν αθώοι, με το δικαστήριο να καθορίζει δικάσιμο στις 2 Δεκεμβρίου. Στη συνέχεια, απαγγέλθηκαν κατηγορίες για επίθεση, εκφοβισμό και απειλή κατά της αεροσυνοδού από την ομοσπονδιακή αστυνομία. Ο δικηγόρος του Μόρισον αναγκάστηκε να μεταβεί στο Φοίνιξ για να καταθέσει την εγγύηση των 5.000 δολαρίων και για τα δύο άτομα. Η κλήση τους πραγματοποιήθηκε στις 24 Νοεμβρίου για πρόστιμο των 10.000 δολαρίων και φυλάκιση δέκα ετών.

Morrison Hotel και Absolutely Live

Το Νοέμβριο του 1969 οι Doors ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του πέμπτου τους δίσκου στα “Elektra Sound Recorders” του Χόλιγουντ. Ο δίσκος ονομάστηκε “Morrison Hotel” αν και ο αρχικός του τίτλος ήταν “Hard Rock Cafe”, ενώ κατά τις ηχογραφήσεις βοήθησαν οι μπασίστες Λόνι Μακ και Ρέι Νεαπόλιταν και στη φυσαρμόνικα ο Τζον Σεμπάστιαν. Στις 1 Δεκεμβρίου οι Μόρισον και Μπέικερ παρέστησαν στην εξ αναβολής κλήση τους στο δικαστήριο του Φοίνιξ, με τη δίκη να ορίζεται για τις 17 Φεβρουαρίου 1970.

Στις αρχές του 1970, το συγκρότημα έδωσε μία συνέντευξη στον Χάουαρντ Σμιθ και πραγματοποίησαν την φωτογράφηση για το εξώφυλλο του επόμενου τους δίσκου με τον φωτογράφο Χένρι Ντιλτζ. Λίγες ημέρες αργότερα, κυκλοφόρησαν το σινγκλ “You Make Me Real”, το μοναδικό από τον επερχόμενο δίσκο τους, “Morrison Hotel”, ο οποίος κυκλοφόρησε στις 9 Φεβρουαρίου 1970 φτάνοντας στο # 4 των αμερικάνικων τσαρτ και το # 12 στη Μεγάλη Βρετανία, την υψηλότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο στούντιο άλμπουμ τους.

Στα τέλη Ιανουαρίου ξεκίνησαν την “Roadhouse Blues Tour” η οποία διήρκεσε για οκτώ εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, το Λος Άντζελες, το Κλίβελαντ και το Σικάγο. Δύο εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του, το “Morrison Hotel” έγινε χρυσό, ενώ ο Μόρισον κυκλοφόρησε το ποίημα “The Lords and The New Creatures”. Το συγκρότημα συνέχισε να περιοδεύει τον Μάιο και τον Ιούνιο στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, ενώ στις 27 Ιουνίου εμφανίστηκαν στο “Georges V Hotel” του Παρισιού.

Το επίπεδο των ζωντανών τους εμφανίσεων αποτυπώθηκε στο άλμπουμ “Absolutely Live”, το οποίο κυκλοφόρησε στις 20 Ιουλίου 1970 σκαρφαλώνοντας στο αμερικάνικο και καναδικό Top-10. Η επιλογή των εκτελέσεων πραγματοποιήθηκε από τον Πωλ Ρόθτσιλντ ο οποίος επέλεξε κομμάτια από δέκα διαφορετικές συναυλίες των Doors. Οι ζωντανές τους εμφανίσεις συνεχίστηκαν μέσα στον Αύγουστο, με μία εμφάνιση στο φεστιβάλ “Isle of Wight” στις 29 του μήνα.

Τον Σεπτέμβριο του 1970 το συγκρότημα περιόδευσε στην Ευρώπη παίζοντας στη Δανία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία, ενώ το Νοέμβριο κυκλοφόρησε η πρώτη τους συλλογή με τίτλο “Doors 13”. Η τελευταία τους εμφάνιση με τον Τζιμ Μόρισον στη σύνθεση τους έλαβε χώρα στο “The Warehouse” της Νέας Ορλεάνης, όπου η κατάσταση του τραγουδιστή ήταν δραματική αφού δεν μπορούσε να τραγουδήσει τους στίχους των τραγουδιών, ενώ κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του “Light My Fire” λιποθύμησε. Όταν σηκώθηκε όρθιος, πέταξε το μικρόφωνο και αποχώρησε από τη σκηνή με το υπόλοιπο συγκρότημα να ολοκληρώνει ντροπιασμένο τα μουσικά μέρη του κομματιού. Μετά από αυτό το βράδυ, οι Doors αποφάσισαν να κάνουν ένα διάλειμμα από τις ζωντανές τους εμφανίσεις.

L.A. Woman

Στα τέλη Δεκεμβρίου, το συγκρότημα συνέθεσε κάποια νέα κομμάτια δουλεύοντας στα “Elektra Sound Studios” και συνεχίζοντας στο “The Doors Workshop” μετά από παρότρυνση του Ρόθτσιλντ. Για τις ηχογραφήσεις του δίσκου προσέλαβαν τον κιθαρίστα Μαρκ Μπένο και τον μπασίστα Τζέρι Σεφ, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Έλβις Πρίσλεϊ στο παρελθόν. Η μίξη του δίσκου έγινε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1971 από τον Μπρους Μπότνικ και το συγκρότημα.

Δύο μήνες αργότερα κυκλοφόρησε ο τελευταίος στούντιο δίσκος τους με τον Μόρισον εν ζωή, το “L.A. Woman” ανεβαίνοντας στο αμερικάνικο Top-10 και το # 1 στην Ολλανδία. Ο δίσκος περιείχε δύο μεγάλες επιτυχίες, τα “Love Her Madly” και “Riders on the Storm“, με το δεύτερο να φτάνει στην κορυφή των γαλλικών τσαρτ και αργότερα το 2009 εντάχθηκε στο “Grammy Hall of Fame“. Ο δίσκος έχει βραβευθεί ως διπλά πλατινένιος στις Ηνωμένες Πολιτείες, τετραπλά πλατινένιος στην Αυστραλία και τριπλά πλατινένιος τον Καναδά.

Ο θάνατος του Μόρισον

Ο Μόρισον μετακόμισε στο Παρίσι με την Πάμελα Κούρσον, σκοπεύοντας να παραμείνει μόνιμα στην πόλη και να συνεχίσει σαν συγγραφέας. Στο Παρίσι συνέχισε τη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ, με αποτέλεσμα το θάνατο του στις 3 Ιουλίου 1971, όταν τον βρήκε στην μπανιέρα του διαμερίσματος η κοπέλα του. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο “Père Lachaise” τέσσερις ημέρες αργότερα, με την αναγραφή “ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ” στην ταφόπλακα του. Τρία χρόνια αργότερα, η φίλη του Μόρισον Πάμελα Κούρσον πέθανε με πανομοιότυπο τρόπο στα 27 της χρόνια, στην ίδια ηλικία με τον τραγουδιστή των Doors.

Μετά το θάνατο του Μόρισον

Μετά το θάνατο του Τζιμ Μόρισον, τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος συνέχισαν για ένα διάστημα δύο ετών με τους Κρίγκερ και Μανζάρεκ να αναλαμβάνουν τα φωνητικά. Τον Οκτώβριο του 1971, κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Other Voices” με πολύ μικρότερη επιτυχία σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους τους.

Ακολούθησε το “Full Circle” με έντονες τζαζ επιρροές το 1972, ενώ περιόδευαν συνεχώς με τον μπασίστα Τζακ Κόνραντ στη σύνθεση τους. Τελικά, διαλύθηκαν το 1973, με επανενώσεις να πραγματοποιούνται κατά διαφορετικά διαστήματα. Η πρώτη εξ αυτών έγινε το 1978, με τα τρία μέλη του συγκροτήματος να συνθέτουν μουσική για ηχογραφημένα φωνητικά του Μόρισον στα οποία απήγγειλε την ποίηση του. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με τον τίτλο “An American Prayer” και έγινε πλατινένιος.

Το 1993, ανασυγκροτήθηκαν για την ένταξη των Doors στο Rock and Roll Hall of Fame, με τον Έντι Βέντερ των Pearl Jam να αναλαμβάνει τα φωνητικά και το συγκρότημα να παίζει τα “Roadhouse Blues”, “Break On Through” και “Light My Fire”.

Το 2000 ένωσαν και πάλι τις δυνάμεις τους για να παίξουν στο “Storytellers” του δικτύου “VH1” με τον Άντζελο Μπαρμπέρα στο μπάσο και τους τραγουδιστές Ίαν Άσμπερι, Σκοτ Γουίλαντ, Σκοτ Σταπ, Πέρι Φάρελ, Πατ Μπόναχαν και Τράβις Μικς. Οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις οδήγησαν στο άλμπουμ “Stoned Immaculate: The Music of The Doors”, με νέα κομμάτια τα “Under Waterfall” και “The Cosmic Movie”.

Το 2002, οι Μανζάρεκ και Κρίγκερ δημιούργησαν τους The Doors of the 21st Century, αλλά λόγω νομικών διαμαχών με τον Τζον Ντένσμορ αναγκάστηκαν να ονομάσουν το συγκρότημα Manzarek–Krieger. Το συγκρότημα διαλύθηκε το 2013, μετά το θάνατο του Μανζάρεκ από καρκίνο.

Η δισκογραφία των The Doors

  • 1967 – The Doors
  • 1967 – Strange Days
  • 1968 – Waiting for the Sun
  • 1969 – The Soft Parade
  • 1970 – Morrison Hotel
  • 1971 – L.A. Woman

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *