Το «Black Betty» των Ram Jam είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ριφ της ροκ ιστορίας, αλλά η καταγωγή του δεν έχει καμία σχέση με τη δεκαετία του ’70. Το τραγούδι υπήρχε ως λαϊκό τραγούδι εργασίας πολλές δεκαετίες πριν το πάρουν οι Ram Jam και το μετατρέψουν σε ηλεκτρισμένο χιτ. Η ιστορία του περνά από φυλακές του αμερικανικού Νότου, από τον θρυλικό Lead Belly και από μια αντιπαράθεση που παραλίγο να το βγάλει εκτός ραδιοφώνου.
Ρίζες σε ένα τραγούδι αιώνων
Το «Black Betty» ανήκει στην παράδοση των αφροαμερικανικών τραγουδιών εργασίας, γνωστών ως work songs. Οι ρίζες του χάνονται κάπου στον 18ο ή τον 19ο αιώνα, χωρίς σαφή τεκμηρίωση για τον δημιουργό του. Το νόημα του τίτλου παραμένει αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα. Κάποιοι το συνδέουν με μαστίγιο, άλλοι με όπλο, με μπουκάλι ποτού ή με όχημα μεταφοράς κρατουμένων. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν έχει επικρατήσει οριστικά ως η μόνη σωστή.
Η ηχογράφηση του Lead Belly
Η πιο γνωστή πρώιμη εκδοχή του τραγουδιού καταγράφηκε από τους μουσικολόγους Τζον και Άλαν Λόμαξ, στο πλαίσιο της καταγραφής παραδοσιακής αμερικανικής μουσικής στις φυλακές του Νότου. Ο τραγουδιστής Huddie Ledbetter, γνωστός ως Lead Belly, ερμήνευσε τη δική του εκδοχή στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Αυτή η ηχογράφηση έμεινε ως σημείο αναφοράς και βοήθησε το τραγούδι να επιβιώσει στη λαϊκή μνήμη, δεκαετίες πριν φτάσει στο ροκ ραδιόφωνο.
Από ακουστική εκδοχή στον ήχο των Ram Jam
Ο κιθαρίστας Bill Bartlett, γνωστός από την πορεία του με τους The Lemon Pipers, ήταν αυτός που ξαναανακάλυψε το τραγούδι για τη ροκ γενιά. Το ηχογράφησε αρχικά σε πιο ακουστική μορφή με ένα δικό του σχήμα, πριν φτάσει στη γνωστή, ηλεκτρισμένη εκδοχή. Η τελική ενορχήστρωση, με το εμβληματικό ριφ κιθάρας και τον χορευτικό ρυθμό, διαμορφώθηκε όταν το κομμάτι πέρασε στα χέρια των Ram Jam και κυκλοφόρησε το 1977.
Επιτυχία και αντιπαράθεση
Το «Black Betty» έγινε γρήγορα διεθνής επιτυχία, μπαίνοντας στα υψηλά σημεία των αμερικανικών λιστών. Ταυτόχρονα, όμως, προκάλεσε αντιδράσεις. Οργανώσεις που εκπροσωπούσαν την αφροαμερικανική κοινότητα θεώρησαν ότι το τραγούδι, λόγω της ιστορικής του σύνδεσης με τη σκλαβιά και τα καταναγκαστικά έργα, ήταν προσβλητικό εκτός συμφραζομένων. Ορισμένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί το απέσυραν προσωρινά από τα προγράμματά τους. Παρά τις αντιδράσεις, το κομμάτι συνέχισε να ακούγεται και να πουλάει, μένοντας σφιχτά δεμένο με τη μνήμη της ροκ δεκαετίας του ’70.
Η ζωή του τραγουδιού μετά
Το «Black Betty» δεν σταμάτησε ποτέ να ταξιδεύει. Χρησιμοποιήθηκε σε ταινίες, διαφημίσεις και τηλεοπτικές σειρές, ενώ γνώρισε νέα δημοτικότητα το 2004 με τη διασκευή των Αυστραλών Spiderbait, που έγινε επίσης επιτυχία. Κάθε γενιά φαίνεται να ανακαλύπτει από την αρχή το ίδιο ριφ, χωρίς πάντα να γνωρίζει τη μακρά διαδρομή του.
Η ιστορία του «Black Betty» αξίζει να θυμόμαστε ακριβώς επειδή δεν έχει μία, καθαρή αφετηρία. Είναι τραγούδι που πέρασε από φυλακές, από αρχεία μουσικολόγων και από στούντιο ροκ συγκροτημάτων, κουβαλώντας κάθε φορά κάτι από τον καιρό του. Οι Ram Jam απλώς του έδωσαν τη μορφή που ξέρουμε σήμερα, χωρίς όμως να σβήσουν το βάρος της προηγούμενης ζωής του.








